Κ. Ματράκου, Πίσω νάρθουν τα όνειρα




Κάθυ Ματράκου


           Πίσω νάρθουν τα όνειρα

 σ  καλίζω....
φιλόξενη, η άγραφη επιφάνεια,
κι ευχάριστα αποτυπώνει σχήματα.
μαύρα κι άτακτα ζιζάνια, εφήμερα
στο χάρτινο κορμί.

Βυθίζω...
του μυαλού μου τα νοήματα
στην αμόλυντη παρθένα "γη"...
γράφω... σκίζω... ξαναγράφω.

Νομίζω...
με το γραπτό μου θα ξορκίσω,
της μνήμης τα φαντάσματα,
μη και το πόνο σταματήσω.

Δρασκελίζω...
τον κόσμο με σπουδή,
λαγκάδια δύσβατα περνάω και βουνά,
ψάχνω για την ανθρωπιά,
να της γράψω μίαν ωδή,
σε καλώ να τραγουδήσουμε μαζί.

Φοράω τα φτερά μου...
κι έτοιμη, έξω απ' τη σκέπη
είμαι να ταξιδέψω
μ' άρμα μου... τη σκέψη.

Ψυχή μου... εδώ δεν θάχεις όριο,
παρέα με το δάκρυ
[που πάντα θα σ' ακούει,
προσδοκία σου...
[νάβρεις στίχο να σε υπακούει.

Η ζωή δεν σου δόθηκε
για να τη σπαταλάς.
Για βοήθεια μην παρακαλάς,
μόνη σου θα πολεμάς,
  


      Κι' όλο θέλω

 'ο  λο θέλω να γράψω,
γι' αυτό... και 'κείνο...
μα ποιος θα νοιαστεί ;
κι όλο τ' αφήνω.

Μέσα μου κάτι με ενοχλεί
κάτι με τρώει...
Ν' αφήσω μια μικρή καταγραφή,
να τα θυμούνται... ένοχοι κι αθώοι.

Των φθόγγων η αρμονία
άτακτα ας κυλήσει,
για το στίχο μου αδιαφορία
αν ρίμα σωστή δεν βρίσκει.

Της ποίησης κανόνες,
συγχωρέστε με αν προδώσω...
Με κραυγές και με κορώνες,
το συναίσθημα άτεχνα αν δώσω,
ενοχικής αδιαφορίας θαμώνες.
Συγχωρέστε με...

Κι όλο ψάχνω...
λέξεις ακριβές χρειάζομαι,
για να σε συγκινήσω... αφού σ' οθόνες
έμαθες, 
      τρόπο άλλον να βρώ,
για να σε συγκλονίσω χωρίς εικόνες,
πρέπει θαρρώ...

Πού να βρω λόγια... 
τον αθλητή του μπάσκετ, τον λεβέντη,
κανείς να μη ξεχάσει,
εκείνον... που στις μαγικές του "ρόδες",
τ' ομορφότερο ζεϊμπέκικο μας χάρισε,
εκείνον... 
που καλάθι να μη μπει δεν άφησε.

Ή μήπως, χαμένη μη πάει η γραφή
να περιμένω πρέπει,
του χρόνου τη κατάλληλη στιγμή
όταν οι άνθρωποι καλύτερα θ' ακούνε ;

Εκείνη της μάνας τη κραυγή,
ίσως πιο δυνατά ν' ακούσουν
που αφήνει τελευταία επιθυμία,
όταν για το παιδί της γίνεται θυσία,
και τα χρέη της πληρώνει με "ζωή"!

"Απ' το "σπίτι", κανείς μη βγάλει το παιδί,
κατάρα αφήνω και ευχή...”

Όταν καλύτερα οι άνθρωποι θ' ακούνε,
τη συμπονετική της πολιτείας δικαιολογία
 που ως άλλος Πιλάτος θ' αποφανθεί:

Η κατάσχεση αναβάλλεται, παραμένει στην οικία
το παιδί, μέχρι νεωτέρας”,

Νίπτουσα χείρας... με υποκρισία.




      Έφυγες

 έ  πεφτε ο δίσκος στη φωτιά...
όπως τελειώνει η μέρα
κι εσύ μια φλύαρη, βουβή παρέα,
στην αχνή ακόμα
του φεγγαριού τη ρότα.

Έσβησε ο ήλιος τη φωτιά
κι εσύ, να με κοιτάς...
ήρθαν κι αστέρια τώρα, για συντροφιά,
στο βλέμμα σου να κάνουν βόλτα.

Ζεστή, γλυκιά, η βραδιά
κι εσύ να μη μιλάς
τα χέρια κάνεις μια 'γκαλιά
σηκώνεις τα μάτια και κοιτάς
τη πόλη π' άναψε τα φώτα.

Να καθρεφτίζομαι
στην υγρή ματιά... άσε με
Να βαφτίζομαι
σε κάθε βλεφάρισμά... άσε με

Να γεύομαι
τη θλίψη στο φιλί... άσε με

Δεν μ' ακούς πια... ψελλίζεις...
Φεύγω...  Καλημέρα.




                                Από την αρχή
             τ  α μάτια κλείνω
κύτταρο αδιαμόρφωτο,
και παίρνω ν' αρμενίζω...
Σκορπίστηκα

πάλεψα την άσχημη αλήθεια
να δεχτώ... μα δεν τη μπόρεσα
αδίστακτα να με καρφώνει,
Αναμετρήθηκα

ψεύτικα φτερά τ' ονείρου φόρεσα,
πως θα πετάξω μαζί του να νομίζω,
μάθημα στην οδύνη χώρεσα
Περιπλανήθηκα,

το βήμα κάλυψε τη γη,
φρέσκο το 'λιόφωτο θαμπώνει,
λύτρωση το δάκρυ μιαν αυγή
Αναγεννήθηκα

                   φορτωμένο όλα μου τα “γιατί”
ράγες χαράζει σαν βαγόνι
βροχή στο δέρμα μου καυτή,
Ευλογήθηκα

                   πίστη, σεβασμό κι ελπίδα
                   δίνω να ταϊσω τη ζωή,
                   κι εκείνη ακούραστη ανάσα

λέει, “... άντε πάλι απ' την αρχή”




         Οι θεατές (όνειρο άτρωτο και υπαρκτό)

 Ό  πως άρχιζε η νύχτα,
όπως γλύστραε το φωτεινό
στο βλέμμα, και σκίασ' η ματιά
τρυφερά, με καλεί η γωνιά,
να με κρύψει, να με λυτρώσει...
στην αγκαλιά της, κι εγώ σκοτάδι
γίνομαι, και κρύβομαι,
να περιμένω ένα του χάδι !

Γεμίζει συνέχεια η πλατεία με ψυχές,
μέχρι και στα θεωρεία
μυρμήγκια οι θεατές.

Η ώρα περνάει,
κι η νύχτα που τελειώνει, σου λέει
βιάσου... έχεις δουλειά να κάνεις...
μη νιώθεις αμηχανία,
τα δάκρυα σου δεν θα δουν,

κι ο πόνος σου κρυφός θα μείνει,
αναφιλητά δεν θ' ακουστούν...
όλοι απόντες είναι...
δεν ξέρουν απ' τη ζωή πως λείπουν.

Φωτιά τα δάχτυλα πιάνουν
πάνω κάτω... παράξενες
φόρμες φτιάνουν...
λες μ' άλλου εντολή κινούνται

Γραμμές αδρές σχεδιάζω,
άλλο να κάνω δεν μπορώ
μόνο νέους δρόμους,
με μάθαν να χαράζω,

στην άκρη τον γραφίτη βάζω,
γραμμές γειτονικές ζητούν
μεταξύ τους να ενωθούν
τα λάδια μου ετοιμάζω...

καθαρό απλώνω χρώμα
διστάζω... σταματώ,
μιξάρω με αλήθεια την εικόνα
να δώ καλύτερα... πισωπατώ,
τους αιώνιους “κυνηγούς του τίποτα”.

Τις ματαιόδοξες αναμονές
μιας κούφιας επιβεβαίωσης,
περιπλανώμενες αλαζονικές,
χωρίς προορισμό σκιές !
Τα χέρια τρέμουν
τα σφίγγω με πείσμα, μοιάζουν
άλλο να μην αντέχουν...
τα χρώματα... τελειώνουν.
τελειώνει κι η ανάσα.

Μήπως να τ' αναβάλω ;
Μήπως μια άλλη φορά ;
Ανάλαφρος, χορευτικός,
της άμμου ο στροβιλισμός
στη κλεψύδρα όπως κατεβαίνει,
ο χρόνος σκέφτομαι τελειώνει.
''Μην τολμήσεις... !'' ακούω
φωνή απόκοσμη βαθιά,
ίδιο θεριό που ξύπνησε,
λές μόλις από λήθαργο.

''Φρόντισε, στο τοπίο, το λερό,
την ασκήμια να μην ντύσεις,
μικρό, χωμάτινο πλάσμα,
και τον πίνακα να προχωρήσεις.

Όσοι ακόμα δεν γίναν ζόμπι.
αλύπητα, να τους “χτυπήσεις”,
και την θλιβερή τους την εικόνα,
μη διστάσεις να τους δείξεις.

Δεν έχω τίποτα “νέο” να σου πω,
μεγαλύτερη νάχει αξία.
μόνο “ένα” όσο η γη παλιό,
η ζωή του καθένα είναι “μία”.

Όπως γλύστραε το σκοτεινό,
προσπάθεια κίνησε η μέρα,
το βλέμμα να φωτίσει.

Στ' όνειρο αγγιστρώθηκε,
επίμονα μια προσδοκία... “Περιμένω
να γίνεις άτρωτο και υπαρκτό”,
του λέει με ελπίδα.                                                       


           Γυναίκες

 μ  ας μαθαίνουν να γινόμαστε ωραίες
διαλέγοντας για κάθε μία
                                 [κι ένα προσωπείο.

Κι εμείς μόνες μας οπλίζουμε
να μας σκοτώσουμε,
                                   [κι ας νομίζουμε
πως τελικά τον πόλεμο... θα νικήσουμε !

Μας μαθαίνουν να γινόμαστε μοιραίες:
''μόνο όποια τα καταφέρει...
                                     [θα πάρει το βραβείο''.

Όμως το τέλος του παραμυθιού
δεν είναι πάντα ωραίο,
κι ο πρίγκιπας, μετά από λίγο, ψάχνει αλλού
δεν ξυπνάει την ωραία κοιμωμένη του,
σύντομα, αγάπης φιλί, λαθραίο,
θα δίνει στη “νέα” αγαπημένη του.

Στ' αζήτητα, νιώθει... πεταμένη,
δεν είναι πια “ωραία” 
                            [η ''παλιά πριγκίπισσα'',
και τα ρίχνει στον εαυτό της...
μόνη τώρα και δυστυχισμένη,
να “φτύσει” θέλει τη υπόστασή της,
αφού της είπαν πως πάντα φταίει
εκείνη για το ριζικό της...

Μια υποψία μόνο να καταγραφεί 
                     [κι ήσυχη σ' αφήνω να σκεφτείς.
Μήπως λειψές μας θέλουν στη ζωή...
μόνο σαν άριστο εργαλείο αναπαραγωγής...
κι αν στο ρόλο σου δεν ανταποκριθείς,
χα, χα, μια κόλαση σε περιμένει, της ντροπής.




   
  Είμαι εδώ ή εκεί ;       * Επετειακό όλων των ''ειρηνευτικών επεμβάσεων'',
                                                      στη Γιουγκοσλαβία, στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Λιβύη... στη Συρία... στο... ;

 κ  άθε μέρα κι άλλο ''καραβάνι''...
στη κορνίζα του γυάλινου κόσμου.
Κάθε μέρα...
Σιγά σιγά συνηθίζεις και αυτό,
όλα τα συνηθίζεις...
Φαντάσου να χυθούν έξω από το γυαλί...

Πνίγεσαι...
Σαν να σου σφίγγουν το λαιμό,
απ' τη γυάλινη σφαίρα μαγνητισμένη...
πνίγεσαι... μπροστά της καθισμένη.

Τώρα σ' έχει απορροφήσει
Τώρα σ' έχει κατακτήσει...
Συνέρχεσαι... Ταράζεσαι...

''Δεν είναι ταινία'' λές μέσα σου με τρόμο,
''Δ ε ν εί ν αι τ αι ν ί α...''
επαναλαμβάνεις ξανά και ξανά
Αρχίζεις να κρυώνεις... ιδρωμένη,
κι αναρωτιέσαι...

''Είμαι εδώ ή εκεί ;''
Αν είμαι εδώ, δεν ''μετέχω'',
είμαι θεατής, ένας ακόμα,
ποιός ξέρει... Πόσοι να βλέπουν, ότι κι εγώ ;

Κι αν όμως κάνω λάθος ;
αν είμαι εκεί... ; αν είναι παραίσθηση
που ο φόβος μου δημιουργεί,
για να νιώσω ασφαλής,
ανάμεσα τους...;
ανάμεσα στα χαλάσματα...
ανάμεσα στο τρόμο, στο θάνατο...
στα παιδιά... τα πληγωμένα...
τα διαμελισμένα...
τα νεκρά δίπλα σε κείνα...
που δεν είναι ακόμα !
Της ένδοξης υπερατλαντικής ντροπής,
[το καραβάνι.
  


           Το δικό της βασίλειο

 έ  λα καρδιά μου...
την ιστορία μας να πούμε,
πιάστο χέρι μου...  μαζί
πάμ' ένα γύρο στο χαρτί 
να θυμηθώ, γράψε μου,
μυρωδιές παλιές, 
αγαπημένες...

Μνήμη, δώρο κι ευλογία
με τη μάνα στη κουζίνα...

Όπως κοιτάς, η πόρτα στα δεξιά,
στου τοίχου την άκρη, κι αριστερά, 
ανοίγεται φιλόξενα η γωνιά.
Κράτα στο μυαλό σου τώρα, τη σειρά...
ψυγείο, πλυντήριο, εστία,
το ένα με τάξη δίπλα στ' άλλο,
κι όπως σε γάμα γυρνά ο τοίχος,
μαρμάρινη κι αρχοντική η γούρνα,
κάτασπρη, άσπιλη καθάρια,
πιο δυνατή απ' τον ήλιο λες...
τ' άσπρο της να σε θαμπώνει...

Στη μέση, η μασίφ ροτόντα, η παλιά
ιταλικό κομμάτι, από το νησί φερμένη,
της οικογένειας, από ποιόν άραγε σωζμένη.

"Να μην υπάρχουν κεφαλές", 
έλεγε...
καρέκλες όσοι και οι μόνιμοι θαμώνες,
τρεις και μία,
η δική της.

Ένα βασίλειο...
Το δικό της βασίλειο
ένα τετράγωνο βασίλειο 
καθαρό και μυρωδάτο 
κι ένα μαξιλάρι αφράτο 
για τη καρέκλα, 
τη δική της,

Εδώ... το διάλειμμα στις ευθύνες
εδώ...  για μια ανάσα στη κούραση 
εδώ...  η βαρετή αναμονή
μη καεί και το φαΐ...

Δεν φεύγει στιγμή...
μη τελειώσει το νερό,
του βρασμού ακούει τη μουσική, 
έχει σ' αυτό, τόσο εξοικειωθεί,
στο τι μπορεί να χρειαστεί
της μέρας το μενού.

Αν φύγει...
μπορεί να ξεχαστεί,
και μπορεί να της "ξεφύγει" 
του νου η προσοχή...

Τόχε πάθει...  
μιά -δυο φορές...
Αυτοσχεδίασε με την οικογένεια...
Κανείς δεν κατάλαβε ότι έλειπε
το κρέας από το μενού,
τη Κυριακή εκείνη.

Όλοι θεωρήσανε 
ότι πάλι πειραματιζότανε
ότι πάλι δοκίμαζε νέες γεύσεις, 
ότι μάγευε τα υλικά...
και τάκανε, πάντα,  θεϊκά !

Όλοι εκτός από μένα...
που την είδα να κλαίει.

Δεν καταλάβαινα...
γιατί ήταν τόσο σοβαρό 
να κάψει κανείς ένα φαΐ...
_____________________
Κάθυ Ρ. Ματαράγκα

* Επιλογές από το ''Τα μονοπάτια μου'' 
Το Κάθυ Ματράκου είναι ψευδώνυμο
που χρησιμοποιήθηκε σε δημοσιεύσεις 
της Κάθυ Ρ. Ματαράγκα,


Scholeio.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: